Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2007

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΠΕΛΑΓΗ 3


3

Ήταν Κυριακή και το είχε ξεχάσει… Γι’ αυτό τόσα παιδιά στη πλατεία και τόσο καλοντυμένοι όλοι…
Έμεινε για λίγο ακίνητη και μετά βάδισε προς το μόλο!
Χάζευε από μακριά τη πόλη και τους ψαράδες που από το πρωί έτρεξαν να δουν τις βάρκες τους, ύστερα από τη νυχτερινή θεομηνία!
Κάθισε σε ένα παγκάκι δίπλα στο φάρο…
-Καλημέρα!
Το βλέμμα.
-Καλημέρα…Έχω την ομπρέλα σας στο ξενοδοχείο…Αν περιμένετε λίγο θα σας τη φέρω…
-Το γρηγορότερο…Δεν είναι δυνατόν να καθυστερήσετε κι άλλο! Έπρεπε να το είχατε κάνει, μόλις είδατε ότι δεν βρέχει σήμερα!
-Είμαι απαράδεκτη…άργησα να ξυπνήσω και…
-…και?
-Θα σας τη φέρω αμέσως…
Της γέλασε… Εκείνη όχι…
-…Μην τρομάζετε…κρατήστε τη , γιατί μπορεί να σας χρειαστεί.. Και αύριο εδώ δεν θα είστε?
-Μάλλον.. αλλά δεν είναι σωστό…
-Δεν σας τη χάρισα…
-….
-Πάντα τόσα πολλά λέτε?
-Τι εννοείτε?
-Μιλάτε πολύ και με κουράσατε..
Τώρα ήταν η σειρά της να χαμογελάσει…
-Λιγότερο από εσάς πάντως…
-Όταν τρώω μιλάω λιγότερο…
-Καλή όρεξη! Θα αφήσω την ομπρέλα σας στο λιμεναρχείο…
-Μισό λεπτό…
-Καλημέρα
-…Η μέρα είναι καλή…γιατί να μην γίνει πιο καλή για σας…
-Για μένα?
-Ναι! Θα βαρεθείτε μόνη σας…Τι θα κάνετε όλη μέρα?
-Βόλτες! Θα δω τη Πύλο…
-Ενοχές?
-Για ποιο πράγμα?
-Που μιλάτε τόση ώρα με έναν άγνωστο…
-Γι’ αυτό αφήστε με να φύγω…
-Δεν σας κρατάω με το ζόρι…
-Αυτό έλειπε…
-Ακριβώς. .Ξέρω τι σας λείπει…
-Δεν σας επιτρέπω…
-Ούτε εγώ το επιτρέπω σε μένα…να αφήσω μια κυρία σε ξένο μέρος μόνη. .Κυριακή μεσημέρι..
Είναι θέμα ευγενείας
Χαμογέλασε πάλι.
-Ευχαριστώ αλλά…δεν είναι σωστό Μάρκο…
-Θυμάσαι το όνομά μου…
-Γεια σου…
Έφυγε τρέχοντας. Εκείνος έμεινε πίσω ακίνητος. Δίπλα στο φάρο!
-Εγώ ποιο όνομα να θυμάμαι? της φώναξε..
-Κυρία Μαρή! του φώναξε.



Έβγαλε από τον φούρνο το ταψί και πιάνοντάς το με βρεγμένα πανιά το άφησε στο τραπέζι της κουζίνας.
Τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο! Τα κοίταξε από τη πόρτα, σκούπισε τα χέρια της και σαν να τα μάλωνε γλυκά τους είπε:
-Ελάτε να φάτε…Μην αργείτε γιατί θέλω να πάω στη κηδεία…
Εκείνα με πειράγματα και γέλια έτρεξαν μέσα…Έβαλε φαΐ σε δύο πιάτα…
-Πότε θα έρθει η μαμά?
-Αύριο μεθαύριο…φάτε τώρα…
-Θα έρθει και ο μπαμπάς?
-ποιος ξέρει…φάτε και μετά να καθίσετε να διαβάσετε…όχι όλο παιχνίδι…κάνει και κρύο, μη κρυώσετε τώρα που λείπει η μάνα σας…
Κοίταξε από το μικρό παράθυρο …έτσι σαν να έψαχνε κάτι…
-γιαγιά …γιαγιά…, είπε η μικρή.
-τι είναι?
-να έρθω μαζί σου?
-που? Είσαι με τα καλά σου? Δεν πάνε τα παιδιά στις κηδείες…
-η Βενετούλα πήγε…
-…στου πατέρα της.. Φάτε…τι κουβέντες είναι αυτές.. Μη χειρότερα… κυριακάτικα..
Στάθηκε και πάλι στο παράθυρο.. Έριξε το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, τράβηξε τη κουρτίνα , έκοψε δυό φέτες ψωμί , κάτι ψιθύρισε και έφυγε…
-φρόνιμα!…τους φώναξε.



Βγήκε στο μικρό μπαλκόνι του δωματίου…Κοίταξε γύρω της και αισθάνθηκε πεινασμένη…Είχε να φάει πάνω από μια μέρα…Από το πλοίο όταν ταξίδευε για τον Πειραιά!
Κλείδωσε και κατέβηκε στην είσοδο… Σκέφτηκε να ρωτήσει τη γυναίκα που ήταν εκεί που θα μπορούσε να πάει για φαγητό αλλά απλά χαιρέτησε…κουνώντας το κεφάλι.
Θα περπατούσε και κάπου θα έβρισκε κάποιο εστιατόριο…

Η παρέα, όλοι άντρες, έδειχνε ιδιαίτερα εύθυμη και άδειαζε τα ούζα σαν νερό!
Δίπλα στη θάλασσα , σε μια μικρή ταβέρνα που έπαιζε δυνατά μουσική!
Οι ευχές και τα τσουγκρίσματα , τα γέλια και οι φωνές ξεσήκωναν τη παραλία…
Κάποιοι άλλοι με γυναίκες και παιδιά έτρωγαν στα άλλα τραπέζια …
Τι κι αν έκανε ψύχρα ο χειμωνιάτικος ήλιος της Κυριακής θέλει τραπεζάκια έξω και ούζα πολλά ούζα με ψαράδικους μεζέδες!
-Να σαι καλά ρε Τάσο που έβγαλες τραπέζια έξω…
-εεε! Μετά τη βροχή όλοι θέλουμε να βγαίνουμε έξω…σαν τα σαλιγκάρια!!
-Μετά λέω να πάμε στο γήπεδο, είπε ένας από την παρέα…
-καλή ιδέα…να περάσει και η ώρα …άντε στην υγειά μας, απάντησε ένας άλλος!
-εγώ λέω να πάω για ύπνο…ήμουν όλη τη νύχτα υπηρεσία…και τα ούζα με νύσταξαν!
Έπιασε με το πιρούνι ένα κομμάτι χταπόδι και γέμισε ξανά τα ποτήρια…
-Νυστάζεις- νυστάζεις αλλά το κατεβάζουμε Μαρκούλη…
-Το θέλει ο ήλιος…
Κι έπιναν και έτρωγαν και γέλαγαν και διαφωνούσαν για τη μπάλα και σχολίαζαν όσους περνούσαν…
Πέρασε και εκείνη χωρίς να τον δει! Προχώρησε μέσα στη ταβέρνα και κάθισε στο βάθος.
Την κοιτούσε που μίλαγε με το γκαρσόνι , που έτρωγε μια μπουκιά ψωμί και έπινε μια γουλιά κρασί!
Μηχανικά άκουγε τους άλλους ώσπου…
-Ποια είναι αυτή ρε?
-Αθηναία δείχνει…
-Μπα…την έχετε ξαναδεί?
-Μια γυναίκα μόνη, να τρώει έξω κυριακάτικα ξένη θα’ναι…
-…και ωραία μάλιστα!
Εκείνος δεν μίλησε…
Σήκωσε το ποτήρι με το ανέρωτο ούζο τη κοίταξε και το κατέβασε όλο! Άσπρο πάτο!
-Σιγά ρε συ! Την έφαγες με τα μάτια!…του είπε κάποιος από τη παρέα.
-Ποια είναι τη ξέρεις?…ρώτησε ένας άλλος.
-Ναι.. ήρθε στο λιμεναρχείο τη νύχτα…Από την Ικαρία είναι…Περίμενε τον αδελφό της, αλλά το πλοίο άλλαξε πορεία…
-πωωω!!! Τέτοιο ταξίδι τζάμπα ρε?
-έτσι είναι αυτά. .δεν ρωτάει η θάλασσα!
-…μπορεί να βρει και τη τύχη της εδώ…, είπε ο άλλος και χαμογέλασε πονηρά…
-…σε είδε…παραλίγο να της πέσει το ποτήρι ρε! Καλά λέω!…όπα της γυάλισες της γκόμενας…
-…έλα…έλα! Κόψτε τις μαλακίες… ξαναγέμισε τα ποτήρια και τα ήπιαν μέχρι σταγόνα. Με τη μία…

Εκείνη σηκώθηκε και πήγε να πληρώσει…Δεν είχε προλάβει να φάει καλά καλά…
-Δεν έφαγες ρε κοπελιά…δεν σου άρεσε?…
-πολύ καλό ήταν…αλλά χόρτασα…ευχαριστώ.
Βγήκε γρήγορα από τη ταβέρνα, πέρασε δίπλα τους αλλά δεν μίλησε… Το βήμα της γινόταν γρήγορο καθώς απομακρυνόταν από τη παραλία αλλά λίγο πριν στρίψει τη γωνία στάθηκε…Γύρισε και κοίταξε πίσω της…Τον είδε από μακριά να την κοιτάει…με το ίδιο βλέμμα…Έστριψε και χάθηκε…
Πίσω η παρέα χαμογελούσε…
-δεν πήρες στιγμή τα μάτια σου από πάνω της…
-κόψε τις μαλακίες σου είπα…
-εγώ λέω μαλακίες…
-αφού καρφωθήκατε…ρε!
-άντε γαμήσου!.. Πάμε γήπεδο?
-φύγαμε…Τάσο.. .έλα να πληρώσουμε ρε…

Μπήκε στο δωμάτιο και έγειρε το κορμί της στην πόρτα που έκλεισε πίσω της δυνατά… Σαν να φοβήθηκε τη στιγμή.. Εκείνη πού γύρισε και κοίταξε πίσω της …Σαν τη γυναίκα του Λωτ… Ένιωσε να γίνεται άγαλμα! Να πέτρωσε εκεί στην γωνία της παραλίας…
Δεν μπορούσε να κάνει βήμα…Ούτε μέχρι το κρεβάτι για να αφήσει το παλτό, που έπεσε στα πόδια της…εκεί μπροστά στη πόρτα!
Σαν σε μια στιγμή, εκείνη τη στιγμή , να τα ξέχασε όλα…Το όνομά της, τον τόπο της, το χθες, το αύριο…
-Δεν έπρεπε…δεν έπρεπε… ψιθύρισε.
Πήρε από τα πόδια της το παλτό και κατέβηκε τις σκάλες.
Στην είσοδο η ίδια γυναίκα πίσω από τον πάγκο με τα κλειδιά των δωματίων.
Της μίλησε χωρίς δεύτερη σκέψη… Ήθελε να μιλήσει να νοιώσει αυτό που ήταν και πριν Σύζυγος και μάνα.
-Είστε καλά..
-Καλά...εσείς…δεν ήρθε το πλοίο ε?
Όλα τα ήξερε…Η ναυτιλιακή εταιρία του Μιχάλη, άλλωστε, είχε κλείσει το δωμάτιο…
-…όχι!
-…συμβαίνουν αυτά! Τι σας είπαν στο λιμεναρχείο? Πότε θα έρθει?
-Ούτε και αυτοί ξέρουν…Αύριο θα πάω πάλι…να δω!
Για πρώτη φορά από την περασμένη νύχτα δεν θέλησε να φύγει .! Ακόμη και οι ερωτήσεις την ευχαριστούσαν… Ήταν σαν τη γυναίκα του ξενοδοχείου…Ίσως και αυτή να είχε παιδιά…
-Παιδιά έχετε?
-Δύο…ένα αγόρι, ένα κορίτσι…
-Εσείς?
-Τρία…Ο μεγάλος τελειώνει φέτος το Γυμνάσιο! Οι μικρές έχουν καιρό…Τα δικά σας… μικρά ,φαντάζομαι…
-ναι…απάντησε με χαμόγελο,… η μεγάλη είναι 8 και ο μικρός 6…ζιζάνια…
-έτσι είναι τα παιδιά σήμερα…πως δεν τα πήρατε μαζί?
-Τα κρατάει η πεθερά μου …Στη Χίο…Εκεί μένουμε…
-Να σε ΄ήξερα πριν θα σου έλεγα να μου φέρεις λίγη μαστίχα…
-….θα σας στείλω μόλις γυρίσω..
-αχ σε ευχαριστώ.. πουλάνε και εδώ κάτι φακελάκια αλλά η φρέσκια φαντάζομαι…
Γέλασε…
-λέω να πάω μια βόλτα…να δω τη πόλη…σήμερα που έχει καλό καιρό! Μη φύγω έτσι…
-θα βαρέθηκες μονάχη σου…να φτιάξω ένα καφεδάκι ?
-θα πιω έξω δεν πειράζει…ευχαριστώ
-όπως θέλεις…το βράδυ έχει χορό ο αθλητικός όμιλος…Μαζεύουν λεφτά για την ομάδα.. .Παίζουν ποδόσφαιρο…ξέρεις! Θα πάμε εμείς, αν έχεις όρεξη , έλα μαζί μας…σε προσκαλώ εγώ…
-σας ευχαριστώ αλλά…
-τι αλλά καλέ? Τι θα κάνεις μόνη σου…Όλοι εκεί θα είναι…Στο δωμάτιο θα κάτσεις? Έλα θα περάσουμε ωραία… γίνονται ωραίοι χοροί εδώ! Όλοι θα είναι! Δήμαρχος, διευθυντές, δάσκαλοι..
.οι πάντες σου λέω…
-Θα δούμε…
-Δεν έχει θα δούμε! Το πήρα πατριωτικά…Να πας στο νησί σου και να μην έχεις τι να πεις?
Να δεις τι ωραίους χορούς κάνουμε εδώ…Με ορχήστρα μεγάλη! Από τη Πάτρα την φέρνουνε!
Είσαι και τυχερή που είσαι εδώ τέτοια μέρα! Γιατί στο καρναβάλι πάλι θα έχουμε χορό!
-Μέχρι το βράδυ…
-Στις 9 ακριβώς να είσαι ντυμένη! Θα σου χτυπήσω…
-Καλά ευχαριστώ…
-Έτσι μπράβο! Να φτιάξω καφέ τώρα?
-φτιάξτε…
-Καλέ άσε τους πληθυντικούς σαν τις Αθηναίες…Ματούλα με λένε!
-..και εγώ είμαι η Μυρτώ! Χάρηκα!



Κατέβηκε από τη μηχανή, την τράβηξε στο πεζοδρόμιο και ανέβηκε τις σκάλες!
Σταμάτησε στην πόρτα του δεύτερου σπιτιού αριστερά, έβγαλε τα κλειδιά και μπήκε.
Στην κρεμάστρα υπήρχε το καπέλο του και το σακάκι της στολής του.
Πέταξε το μπουφάν στο κρεβάτι, άνοιξε το ραδιόφωνο…Έπαιζε ακόμη τους αγώνες της Κυριακής…Τους είχε προλάβει, και θα μάθαινε τα αποτελέσματα…
Άναψε ένα τσιγάρο και προχώρησε προς το κρεβάτι…
Χτύπησε η πόρτα… Ήταν ο Φίλιππος, φίλος και συνάδελφος.
-Πέρασα και πριν που γύρναγες ρε?
-Είχα πάει με τους άλλους στο γήπεδο…
-Πόσο ήρθε?
-3-2..κερδίσαμε…
-…ότι πρέπει για να το γιορτάσουν το βράδυ!
-…α ναι.. .είναι ο χορός απόψε! Το είχα ξεχάσει…
-θα πάμε έτσι?…Έχει τραπέζι ο λιμενάρχης…
-ναι ρε! Θα πέσω να κοιμηθώ λίγο, γιατί πλακώσαμε κάτι ούζα το μεσημέρι και ακόμα δεν έχω συνέλθει…
-και εγώ πέρασα να σε πάρω να πάμε για καφέ…
-ξέχνα το…και πέρνα κατά τις 8 να με ξυπνήσεις για να πάμε!
-Έγινε. .μη χτυπάω και δεν ανοίγεις…
-Όχι ρε…θα έρθω.. .τρελός είσαι!...Γκολ!!!
Δυνάμωσε το ραδιόφωνο…
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΠΕΛΑΓΗ 2




2

Δεν είχαν ύπνο και η γιαγιά τους δεινοπάθησε να τα βάλει στο κρεβάτι. Έλυσε τα μαλλιά της και μπήκε στο δωμάτιο να ρίξει μια τελευταία ματιά στα εγγόνια της…
Κοιμόντουσαν του καλού καιρού…Τα σκέπασε καλά, τα σταύρωσε , έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό και πήγε στη κουζίνα…Καθάριζε αργά ένα πορτοκάλι όταν χτύπησε η πόρτα. Τρόμαξε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
-Ποιος είναι?
-Γραμματική, η Ελένη είμαι…
-Συμφορά μου…τι έγινε τέτοια ώρα?
Άνοιξε τη πόρτα όλο αγωνία και η γειτόνισσά της μπήκε αναστατωμένη.
-Τι έγινε μωρή Ελένη?
-Έλα γρήγορα η γριά μας άφησε…
-Τέτοια ώρα?
-Έχουν ώρα αυτά ρε Γραμματική?
-…Δεν ξέρω τι λέω…Πώς να έρθω? Που να τα αφήσω τα παιδιά μόνα τους? Βλέπεις λείπει η μάνα τους! Πάει στη Πύλο, έρχεται ο Μιχάλης…
-…Για δυό λεπτά μέχρι να έρθει καμία άλλη…Τι να κάνω μόνη μου?
-Καλά τράβα κι έρχομαι…να ρίξω κάτι πάνω μου.. Τράβα…
Βγήκε μετά από λίγο, αφού σκέπασε με ένα μαντήλι το κεφάλι της…Έκλεισε πίσω της τη πόρτα, σιγά μη ξυπνήσει τα παιδιά.


Άνοιξε τη πόρτα του δωματίου…Τακτοποιημένο, καθαρό με μια παλιά αρχοντιά που αρωμάτιζε..
Κοίταξε γύρω, άφησε τη βαλίτσα της και το παλτό στην άκρη και πήγε στο παράθυρο.
Έβρεχε πιο σιγά τώρα και στους δρόμους δεν περνούσε ψυχή.
Τα φώτα λιγοστά και τα μάτια της κουρασμένα προσπαθούσαν να διακρίνουν κάποια σκιά να κινείται στο σκοτάδι…
Έβγαλε λίγα ρούχα από την βαλίτσα και τα άπλωσε στο κρεβάτι…Με μία πετσέτα σκούπισε τα μαλλιά της…Σαν να μην άντεχε άλλο τη βροχή…Την υγρασία στο κορμί και στη ψυχή…
Καρφώθηκε ξανά το βλέμμα στο βρεγμένο δρόμο και στα πανύψηλα δέντρα της πλατείας…
Έβαλε το παλτό της και κατέβηκε μια μεγάλη σκάλα…έως την είσοδο.
Η βροχή είχε σταματήσει και τα βήματα της την έφτασαν στο δρόμο…
Περπατούσε χωρίς να ξέρει που πάει…Σαν να την οδηγούσε η μυρωδιά της θάλασσας , έφτασε στην άκρη της παραλίας…Κοίταξε δύο μεγάλους φοίνικες δεξιά και αριστερά από σκαλοπάτια που έβρεχε το κύμα…Φυσούσε δυνατά και η αλμύρα έδερνε το κορμί της. Τύλιξε τα χέρια στο σώμα της και έστρεψε το κεφάλι προς τον ουρανό…Σαν να ήθελε να σηκωθεί και να χαθεί στο μαύρο του…Ένας κεραυνός την κράτησε στη γη…και ένα κύμα !
Γύρισε το κεφάλι πίσω φοβισμένη…Ήταν εκεί, μόνη… σαν να ψάχνει τα 35 χρόνια της στον αφρό!
Προχωρούσε άκρη στο δρόμο, δίπλα στη θάλασσα σαν να περίμενε ότι θα την άρπαζε έτσι μανιασμένη που τη κοιτούσε…
-Που πας ρε κοπελιά με τέτοιο καιρό?
Ήταν μια φωνή άντρα από την άλλη μεριά του δρόμου…Σκεπασμένος με αδιάβροχο μαύρο δεν άφηνε να φανεί το πρόσωπό του…
-Το…το λιμεναρχείο που είναι?
-Λίγο πιο πέρα…Μόλις στρίψεις αριστερά…Θα το δεις! Μην πηγαίνεις όμως άκρη άκρη… Η θάλασσα δεν αστειεύεται …δεν είναι για βόλτες τέτοια νύχτα…


-Καλησπέρα…
Ήταν τόσο απασχολημένος σε κάτι χαρτιά που δεν την άκουσε.
Το ξαναείπε, ύστερα από μια μικρή παύση…
-…καλησπέρα…
Την κοίταξε με απότομη κίνηση του βλέμματος…
-Καλησπέρα σας…
-ο κύριος λιμενάρχης?
-…
-είστε ο κύριος…λιμενάρχης?
-όχι! Όχι! Περάστε και με συγχωρείτε…
-….
Δεν μίλησε!
-Τέτοια ώρα μόνο εγώ υπάρχω εδώ…Είστε καλά?
-…..ναι , λίγο ταλαιπωρημένη από το ταξίδι…
-και βρεγμένη…
-βρέχει…
-Σας ακούω… είμαι ο αξιωματικός υπηρεσίας…
-…
-Καθίστε… καθίστε! Απόψε ήρθατε?
-Με το λεωφορείο…μεγάλο ταξίδι.
-και?
Και τίποτα…Δεν ήθελε τίποτα να πει…Σαν να ξέχασε, σαν να μην ήθελε να θυμάται…Τον κοίταξε και…
-σίγουρα είστε καλά?
-καλά είμαι…ευχαριστώ.. πρόκειται για τον άντρα μου…
-τον …άντρα σας?
-είναι καπετάνιος και πρόκειται να έρθει το πλοίο του…αύριο…εδώ.
-τώρα κατάλαβα…ποιο πλοίο?
-το ‘Αφροδίτη ΙΙ’…
-…ναι το περιμένουμε αύριο το μεσημέρι.
Άνοιξε έναν φάκελο και διάβαζε…
-Είστε η κυρία…
-…Μαρή..
-..ναι το βλέπω…Πλοίαρχος Μιχαήλ Μαρής…Αύριο φτάνει το πλοίο…
-Ευχαριστώ…
Σηκώθηκε από τη καρέκλα της σαν να βιαζόταν να φύγει…
-Από πού ήρθατε αν επιτρέπεται…
-Από τη Χίο…
-Έχετε δίκιο…πολύ μεγάλο ταξίδι…λοιπόν.
-….
-Νωρίτερα πέρασε και μια άλλη κυρία με ένα παιδάκι…Είναι από τη Σάμο , σύζυγος του ασυρματιστή, στο ίδιο πλοίο…
-…Ευχαριστώ πολύ…
-θα σας δώσω μια ομπρέλα γιατί η βροχή ξανάρχισε και μέχρι το ξενοδοχείο θα…
-…και πάλι ευχαριστώ…δεν θα άντεχα άλλη βροχή…
-…σε ξενοδοχείο δεν μένετε?
-…ναι , στη πλατεία…
-ξέρω, ξέρω…κατάλαβα!
-την ομπρέλα θα σας την επιστρέψω αύριο…
-..αν βρέχει πάλι κρατήστε τη…εύχομαι πάντως να είναι καλός ο καιρός αύριο…
-…καληνύχτα και…ευχαριστώ!
-…καληνύχτα!
Έφτασε στη πόρτα νοιώθοντας το βλέμμα του…Ακουγόταν μόνο η βροχή …
-Μισό λεπτό…
Γύρισε σαν να τρόμαξε από ακόμη ένα κεραυνό…
-Με λένε Μάρκο..
Κούνησε το κεφάλι με ένα μικρό χαμόγελο και έφυγε…Βγήκε στη βροχή, άνοιξε την ομπρέλα και ένοιωθε πάντα τα ίδια μάτια καρφωμένα πάνω της…
Χαμήλωσε την ομπρέλα, έσφιξε τις χούφτες της και σήκωσε το κεφάλι σαν να ήθελε και πάλι να χαθεί στο μαύρο του ουρανού…
Είδε το φωτισμένο παράθυρο και έφτασε στην άκρη του βλέμματος…
Μια αστραπή τη φόβισε και κοίταξε κάτω…Λάσπη.
Μόλις άνοιξε τα μάτια της ένοιωσε πάλι εκείνο το βλέμμα και πετάχτηκε από το κρεβάτι τρομαγμένη…
Ήταν μόνη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου …Έριξε μια ματιά από το παράθυρο…Δεν έβρεχε και ο ήλιος φώτιζε πίσω από τα σύννεφα.
Κάτω στο δρόμο κόσμος πήγαινε και ερχόταν και στη πλατεία, γύρω από τα τεράστια πλατάνια έτρεχαν παιδιά…Κοίταξε το ρολόι της…Κόντευε μεσημέρι…

-Το σήμα ήρθε νωρίς το πρωί κ Λιμενάρχα! Έμειναν στο Μπάρι λόγω απαγορευτικού …
-Μάθε από Ιταλία πότε αναμένεται να αναχωρήσουν και αν θα έρθουν από εδώ τελικά…
-Μάλιστα.
-Τη νύχτα είχαμε τίποτα?
-Όχι…Όλα ήσυχα…Ούτε βάρκα δεν βούλιαξε…παρά τον αέρα!
-Καλά…θα πάω στο δήμαρχο , με έχει καλέσει για φαγητό…
-Θα σας ενημερώσω…
-Ο Μάρκος που είναι?
-Έχει ρεπό σήμερα , ήταν όλη νύχτα εδώ…
-Καλώς. .Γεια χαρά!
-Γεια σας!
Κατέβηκε τις σκάλες, έβαλε το καπέλο του και στην είσοδο λίγο έλειψε να πέσει πάνω της.
-Καλημέρα σας!
-Καλημέρα.
-Μπορώ να σας εξυπηρετήσω?
-Θα ήθελα τον κ λιμενάρχη..
-Εγώ είμαι…παρακαλώ.
-Πρόκειται για το ‘Αφροδίτη ΙΙ’…είναι ο σύζυγος μου…
-Δεν θα έρθει σήμερα…Έμειναν στην Ιταλία…Ο άσχημος καιρός βλέπετε κυρία μου…
-Αύριο?
-Τι να σας πω? Ίσως αργότερα έχουμε κάποιο σήμα…Ήρθατε από μακριά?
-Πολύ.. .από τη Χίο.
-Με τη θάλασσα δεν μπορεί να κλείσει κανείς ραντεβού! Καλημέρα σας! Καλή Κυριακή!



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2007

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΠΕΛΑΓΗ 1


1

…Η γεύση του κρασιού ήταν στυφή!
Όπως και τα συναισθήματά τους, εκείνο το βραδάκι , στην άκρη του λιμανιού.
Το πλοίο μόλις είχε φύγει για τον Πειραιά φορτωμένο με φαντάρους και φορτηγά.
Είχε λίγη συννεφιά και ο θόρυβος των μηχανών σκέπαζε λόγια, σκέψεις και τη μουσική του διπλανού καφενείου.
Ότι δεν έπρεπε να ακουστεί, όσα δεν έπρεπε να βγουν από τα χείλη τους τα σκέπαζε η βοή των ανθρώπων που είχαν κατέβει στο λιμάνι για να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους… Οι δυό τους, λίγα μέτρα πιο πέρα παρέμεναν στο τραπέζι με δυο ποτήρια κρασί και χείλη σφιχτά. Το πλοίο είχε απομακρυνθεί και ο θόρυβος των μηχανών έσβηνε σιγά σιγά!
-Αύριο θα είμαι και εγώ μέσα …, της είπε και εκείνη γύρισε το κεφάλι προς τη θάλασσα ψάχνοντας με το βλέμμα της το καράβι που χανόταν μακριά.
Σαν να μην άκουσε, σαν να ήθελε να μην ακούσει…
-Το ήξερες…από την αρχή σου το είχα πει…, της είπε ξανά και ήπιε μια γουλιά κρασί στυφό…
Δίπλα τους περνούσαν ξένοι και γνωστοί…
-Φεύγεις αύριο ρε Μιχάλη?
Γύρισαν και οι δύο και κοίταξαν …
-Ναι.. αύριο το βράδυ…
-Τελευταίο κρασάκι μαζί, ε?
Τελευταίο κρασάκι …Τον κοίταξε με βλέμμα καρφωμένο στα μάτια του , σαν να περίμενε την απάντηση…
-Ναι ..το τελευταίο κρασί…
Σαν από αδέξια κίνηση, το δικό της ποτήρι έπεσε στο τσιμέντο…
Κύλησε το κόκκινο κρασί ως τη θάλασσα και τα γυαλιά άστραφταν από μια αχτίδα του ήλιου που πετάχτηκε μέσα από τα σύννεφα.
-Συγνώμη…είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.
-Δεν έγινε τίποτα θα μας φέρουν άλλο..
-…καλύτερα όχι…ήταν το τελευταίο…Ας φύγουμε κάνει και ψύχρα…θα πιάσει και βροχή…μαζεύτηκαν πολλά σύννεφα…
Άρχισε να βρέχει λίγο αργότερα, πριν προλάβουν να μπουν στο σπίτι…


Εκείνο το φθινόπωρο  ήταν βαρύ στο νησί…Βιαζόταν ο χειμώνας και οι μέρες υγρές χτυπούσαν στο κόκαλο.
Εκείνη ήξερε από τους Χιώτικους χειμώνες…Δέκα χρόνια τώρα ζει εκεί και τους έμαθε καλά…
Έρχονται νωρίς …
-Έτσι είναι οι καπεταναίοι, της έλεγε η πεθερά της κάθε λίγο και λιγάκι…, ταξιδεύουν όλο το χρόνο και εμείς περιμένουμε και μεγαλώνουμε τα παιδιά τους…
-Τα δικά μου παιδιά θέλω να έχουν και πατέρα . Εδώ.
-Να μην έπαιρνες ναυτικό…
-Εκείνος με πήρε…
-Όπως και να’χει τώρα θα μείνεις εδώ και να προσέχεις…Δεν θέλουν πολύ οι Χιώτες να μας κρεμάσουν κουδούνια…
Και έμεινε…και έβλεπε τους χειμώνες να περνούν από τη ψυχή της και το κορμί της…και κάθε βροχή να τρυπά βαθιά τα κόκαλά της…

Εκείνη η μπόρα δεν έλεγε να σταματήσει…Το λεωφορείο βόγκαγε να ανέβει τις στροφές και μύριζε μούχλα και εμετό…
Είχε κολλήσει το πρόσωπό της στο τζάμι και τα χνώτα της έμεναν στο γυαλί …
Η γυναίκα στο διπλανό κάθισμα τσίμπαγε ψωμί και κάθε τόσο τη κοιτούσε…
-Στη Καλαμάτα πάτε?
-Όχι στη Πύλο…
-..ναυτικός ο άντρας σας?
Κούνησε το κεφάλι με απορία…
-…όλες οι γυναίκες ναυτικών περνάνε από εκεί…από πού είστε?
-Από τη Χίο…έρχεται αύριο το βράδυ…Δεν θα μείνει όμως…μόνο δυο μέρες στη Πύλο. .Θα ξαναφύγουν αμέσως…ποιος ξέρει για πού…
-εγώ είχα πάει στη κόρη μου, στην Αθήνα. .Σπουδάζει εκεί φαρμακοποιός…Μένω στη Γιάλοβα, κοντά στη Πύλο είναι…Έχεις ξαναπάει?
-Όχι …Όχι. ..πρώτη φορά.
Πρώτη φορά έκανε μόνη ένα τόσο μεγάλο ταξίδι…Δεκαπέντε και... ώρες στο πλοίο και τώρα πάνω από οχτώ στο λεωφορείο…
Ατέλειωτο φαινόταν το ταξίδι και η βροχή όλο δυνάμωνε…
Μόνο οι αστραπές φώτιζαν και έβλεπε γύρω τα βουνά και τις χαράδρες…Ο δρόμος μακρύς και δύσκολος και το λεωφορείο χόρευε στις λακκούβες…Η μυρωδιά ανυπόφορη…το ίδιο και η διπλανή που δεν σταματούσε να μιλάει…
Ρωτούσε για όλα…Για το νησί, το σόι, τη μαστίχα, τα απέναντι τουρκικά χωριά…
-Χρόνια θέλω να έρθω…να προσκυνήσω τον Άγιο Ραφαήλ…
-…ναι, μπορείτε αν έρθετε να κατεβείτε και στη Μυτιλήνη για τον Άγιο…
-Πάντα τα μπέρδευα αυτά τα νησα…εσείς ποιον άγιο έχετε?
-Αγία.. Την αγία Μαρκέλλα…
-καλή είναι?
-ποια?
-..λέω, κάνει θαύματα?
-… κάνει.. .όποτε θέλει…
-έχω πάει και στη Τήνο, πριν τρία χρόνια…Είχα τάξει…
Δεν σταματούσε να μιλάει…Δεν την άκουγε πια…κοιτούσε πάντα έξω και μετρούσε τις βρόχινες γραμμές στο τζάμι…Χανόταν στην υγρασία της νύχτας και έκανε κύκλους στα χνώτα της…Αυτό το έκανε από παιδί…Πάντα όταν έβρεχε…Έγραφε στα τζάμια και ζωγράφιζε με το δάχτυλο…και μετά τα θάμπωνε ξανά και ξανά…Και έσβηνε και έγραφε, ξανά και ξανά…
Ο θόρυβος του λεωφορείου και της βροχής σκέπαζαν τη φωνή της γυναίκας που μίλαγε συνέχεια …
-…με 8 μποφόρ γυρίσαμε…και έταξα πάλι να φτάσουμε ζωντανοί και να ξαναπάω στη Τήνο…Ακόμη δεν αξιώθηκα…Εσύ?
Την κοίταξε, δεν καταλάβαινε.
-Λέω, έχεις πάει?
-όχι…Έτσι το είπε, μήπως και σταματούσε. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να κοιμηθεί ακουμπώντας στο παράθυρο που έτρεμε…
-Ξύπνα καλέ φτάσαμε…Του έδωσες και κατάλαβε…Που θα μείνεις?
Κατέβηκε και βγήκε στο δρόμο. Έτρεξε γρήγορα μέσα στο σταθμό που δεν ήταν πάρα ένα μικρό καφενείο…Πλησίαζαν μεσάνυχτα και η καταιγίδα δυνάμωνε…Της φάνηκε πιο άγρια από τις καταιγίδες του νησιού… Έβγαλε από την τσάντα της ένα μαντήλι και σκούπισε το βρεγμένο πρόσωπό της…
Η γυναίκα του διπλανού καθίσματος έπινε πιο πέρα νερό και κάποιοι έπαιζαν χαρτιά σε ένα τραπεζάκι στο βάθος.
Κατάλαβε ότι την κοίταζαν, ότι την επεξεργάζονταν για να μπορούν να την περιγράψουν το πρωί σε φίλους και γνωστούς…
-Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ!
-Από Αθήνα ήρθατε?
-Ναι. .ευχαριστώ…
Πήρε το ποτήρι από τα χέρια τού, γύρω στα πενήντα , άνδρα που καθόταν πίσω από ένα πάγκο…
-Κατάγεστε από τα μέρη μας?
-Όχι.. όχι…
-Γυναίκα ναυτικού τότε.. ε?
-Μόνο γυναίκες ναυτικών έρχονται εδώ?
-..ε τέτοια εποχή, για τουρισμό θα ερχόσαστε?
-Ξέρετε που είναι το…,ξεδιπλώνει ένα χαρτάκι και διαβάζει…, <τριών ναυάρχων>?
-Καλά το είπα . Καπετάνισσα…Εκεί μένετε όλες.. Στην άκρη της πλατείας! Πάνω από το φαρμακείο. Έχετε κλείσει δωμάτιο?
-Ευχαριστώ…
-Να σας δώσω μια ομπρέλα…θα γίνετε μούσκεμα..
-Δεν πειράζει…βρεγμένη είμαι…
-μου τη φέρνεις αύριο καλέ…μη πάθεις καμία πνευμονία…
-όχι, ευχαριστώ…
-Ακατάδεκτοι εσείς οι Αθηναίοι…αν θέλεις πάντως η ομπρ…
-Καληνύχτα. Ευχαριστώ!
Την ώρα που έκλεινε πίσω της την πόρτα του καφενείου τον άκουσε να σχολιάζει αλλά δεν κατάλαβε…
Δεν έδωσε σημασία και βγήκε στη βροχή…Στα χέρια της μια μικρή βαλίτσα και τα πόδια της σε μια λακκούβα με νερά…Πέρασε τρέχοντας απέναντι…στη πλατεία.
Στα αριστερά της ένα μεγάλο κτίριο! Μια παλιά ξύλινη πράσινη πόρτα έγραφε <ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ> και από πάνω μια μεγάλη πινακίδα…Διάβασε… <ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ΥΠΝΟΥ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΝΑΥΑΡΧΟΙ>.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ