Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΠΕΛΑΓΗ 5


5
Φορώντας ένα μαύρο πλεκτό μπλουζάκι έφτασε στο σπίτι του Μάρκου. Χτύπησε δυο-τρεις φορές και κοίταξε γύρω…
Έσκυψε και έριξε ένα διπλωμένο χαρτί κάτω από τη πόρτα…
Άκουσε να ανοίγει ένα παράθυρο ακριβώς από πάνω…Κοίταξε…
-Τι κάνεις Κατερίνα μου?…της είπε μια καλοχτενισμένη γυναίκα που πρόβαλε ανάμεσα στα παντζούρια…
-Καλά.. εσύ?
-Τον Μάρκο θέλεις? Δεν είναι μέσα?
-χτυπάω αλλά…
-θα δουλεύει τέτοια ώρα… συλλυπητήρια και για τη γιαγιά σου!!!
-ευχαριστώ Σοφία…
-την κηδέψατε χθες στο χωριό ,ε?
-ναι…
-ζωή σε σας…πες στη μαμά σου θα περάσω να την δω αύριο μεθαύριο…
-ευχαρίστως…
-θέλεις να του πω κάτι?
-όχι…θα ξαναπεράσω αργότερα…σε ευχαριστώ πάντως…
Έβαλε τα χέρια στις τσέπες της φούστας της και κατέβηκε τα σκαλιά, σχεδόν τρέχοντας, ως το δρόμο…


Άφησαν τη μηχανή στην παλιά πύλη του κάστρου… Ανάμεσα στα πεύκα και τα τείχη…
-Από δω και πέρα θα πάμε με τα πόδια…
-Τι είναι εδώ?
-Το κάστρο… Το Νιόκαστρο… Προχώρησε μπροστά και αυτή ακολούθησε…
-Έχουμε και στο νησί κάστρο…
-τέτοιο όχι…δεν ήρθαμε για να δεις τις πολεμίστρες…
-είσαι παράξενος…
-ακολούθησε με..
-μέχρι που?
-εκεί που ερωτεύονται ο ουρανός και η θάλασσα…
-…και οι άνθρωποι…?
Γύρισε και τη κοίταξε…
-…οι άνθρωποι τους ζηλεύουν…
-…τι είναι εκεί…?
-..σου είπα…θα δεις…
-τρέχεις και δεν σε προλαβαίνω…
-κουράστηκες?
-λίγο…
Είχαν ανέβει στα τείχη…Η πόλη φαινόταν στο βάθος , πίσω τους…Εκείνος προχωρούσε μπροστά και εκείνη πιο αργά χάζευε γύρω της…
-Εκεί κάτω θα πάμε… Εκεί είναι ο Έβδομος…
-..ουρανός? …ρώτησε η Μυρτώ χαμογελώντας…
-πες το και έτσι… Το σημείο που σου έλεγα….Εκεί ο ουρανός κάνει τη θάλασσα δικιά του! Και αυτή αφρίζει και βγάζει το πάθος της στα βράχια…
Έμεινε ακίνητη και τον κοιτούσε να πηδάει με μεγάλα βήματα από πολεμίστρα σε πολεμίστρα..
-Έλα…της φώναξε.. Εδώ είναι ο Έβδομος!
Στάθηκαν δίπλα, ανάμεσα στις πέτρες του κάστρου και από μια μισογκρεμισμένη πολεμίστρα της έδειξε το πέλαγος…
-Κοίτα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου είναι το Ιόνιο… Και εκείνα τα βράχια είναι η Σφαχτηρία…Όταν πέφτει ο ήλιος είναι που οι άνθρωποι ζηλεύουν… Τότε θάλασσα και ουρανός γίνονται ένα… και ο ήλιος σβήνει σιγά το φως για να μην τους βλέπουμε…Γιατί εκείνη ντρέπεται και κοκκινίζει…
-Μάρκο…
-Μόνο κοίτα…κι αν θες μένουμε μέχρι αργά…να δεις …
-… Γιατί το κάνεις αυτό?
-…Βλέπεις εκεί που σκίζονται οι βράχοι… στο νησί..
-…Μάρκο…
-…λένε ότι αν περάσει από κάτω ένα ζευγάρι η γυναίκα θα κάνει αγόρι… Αν μείνεις θα πάμε με τη βάρκα να το δεις…
-….Γιατί το κάνεις αυτό…
-…Γιατί είσαι εδώ μαζί μου?
Γύρισε τη πλάτη της …
-Μυρτώ μην προσπαθείς να αλλάξεις τη μοίρα σου…και τη μοίρα μου…
-αυτό ακριβώς δεν θέλω να κάνω… η μοίρα μου με θέλει αλλού…και σένα αλλού…Το καταλαβαίνεις…
-…έχουμε μια μοίρα οι δυο μας και τη συναντήσαμε εκείνη τη νύχτα, όταν ήρθαμε κοντά… το κατάλαβα…σε μια στιγμή.. Την ίδια στιγμή που το κατάλαβες και εσύ… και μην το αρνηθείς…
-σε παρακαλώ…
Την αγκάλιασε και τη φίλησε…
Εκείνη κράτησε την ανάσα της, σαν να βούταγε βαθιά στη θάλασσα, μέχρι τον πάτο…
Τα χέρια της άνοιγαν σαν να έψαχναν κάτι να κρατηθούν και να την ανεβάσουν πάλι στην επιφάνεια…
Κρατήθηκε πάνω του και άρχισε να τρέμει…
-τρέμεις? Μυρτώ τρέμεις.. Θεέ μου τρέμεις… Ξέρεις τι σημαίνει αυτό?
-Μη μιλάς…φοβάμαι.. μόνο φίλα με…

Είχε αρχίσει να συννεφιάζει…Φυσούσε δυνατά στο νησί και η Γραμματική κοίταξε από την πόρτα…Δεν είδε τα παιδιά και άρχισε να τα φωνάζει…
-…Θα βρέξει.. Δεν ακούτε που μπουμπουνίζει …Ελάτε μέσα γρήγορα…
Εμφανίστηκαν από το απέναντι στενό.. τρέχοντας.
Μπροστά η μεγάλη, πίσω ο μικρός…τρέχοντας!
-Μαζευτείτε

Μπήκαν στο σπίτι του και εκείνη κοίταζε γύρω φοβισμένη…Εκείνος διακριτικά πήρε από το πάτωμα το φάκελο που είχε αφήσει η Κατερίνα, και τον έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του…
-Εδώ μένεις…
-Μικρό αλλά ότι πρέπει… μόνος είμαι…
-Από πού είσαι?
-Από ένα χωριό της Σπάρτης… Οι δικοί μου εκεί μένουν… Θα πιεις καφέ?
-Δεν ξέρω τίποτα για σένα…
Την πλησίασε και την αγκάλιασε…
-Ρώτα με…Τι θέλεις να μάθεις?
-Ότι νομίζεις ότι πρέπει να ξέρω για αυτές τις δύο μέρες… Άλλωστε θα φύγω…
-….και μετά ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις…έτσι?
-…..
-Τα είπαμε αυτά…
-Έχεις δίκιο… Θα σου φτιάξω καφέ…
-Να φτιάξω εγώ? Θέλω.
-…αμέ…φτιάξε…
Την έσφιξε στα χέρια του και έφερε το κεφάλι της μπροστά στο πρόσωπο του…
-…ο καφές…
-μπορεί να περιμένει…
-Μάρκο…
-τρελαίνομαι όταν σ’ ακούω να λες το όνομά μου…
Όλα έγιναν γρήγορα… Κόλλησαν οι παλάμες τους , τα χείλη τους και τα κορμιά τους…


Τέτοια βροχή δεν θυμόταν ξανά η Γραμματική…Είχαν ανοίξει οι ουρανοί και οι δρόμοι έγιναν ποτάμια…Το Βουνό κατέβαζε λάσπη και ο αέρας ξερίζωνε δέντρα και έπαιρνε σκεπές…
Κρατούσε τα παιδιά αγκαλιά πάνω στο κρεβάτι της και τους μιλούσε συνέχεια…


Της μιλούσε συνέχεια στο αυτί…Της ψιθύριζε και την φιλούσε …Τα ρούχα τους ήταν πεταμένα στο πάτωμα και η ψυχή της πετούσε…

Η βροχή έμπαινε από τα κεραμίδια όλο και πιο δυνατή…πιο ορμητική…
-Θεέ μου λυπήσου μας…, φώναξε η Γραμματική…Τα παιδιά.. τα παιδιά…
Εκείνα έκλαιγαν και έσφιγγαν τα χέρια τους πάνω στη γιαγιά..
Το νερό έμπαινε από παντού… Μαζί και η λάσπη…

-Σ’ αγαπώ Μυρτώ…Δεν φαντάζεσαι πόσο…
-Φίλα με…μη μιλάς…

-Φοβάμαι γιαγιά…
-σσς…μη φοβάστε…μπόρα είναι θα περάσει…
-η μαμά που είναι?
-θα έρθει αγάπη μου …θα έρθει…


-Μη φύγεις αγάπη μου…σε παρακαλώ…

Η λάσπη μπήκε με ορμή στο σπίτι…Έριξε τον τοίχο και άρχισε να παίρνει μαζί της ότι έβρισκε μπροστά της… Ο χείμαρρος κατάπινε τα πάντα στο χωριό …
Φωνές ακούγονταν παντού…μαζί με τις αστραπές και τις βροντές…
Ούρλιαζε και η Γραμματική..
-Βοήθεια…γειτόνοι… πνιγόμαστε…
Η φωνή της χανόταν στο βουητό του χείμαρρου και της βροχής…
Από τα μάτια της χάθηκε και ο μικρός…
-Αντρέααα… Θεέ μου…
Η λάσπη έπαιρνε μακριά το παιδί και σκέπαζε το κλάμα του…


-Τον μικρό τον λένε Αντρέα…Έχει το όνομα του πατέρα μου…Ζιζάνιο..
Εκείνος κάπνιζε στο κρεβάτι και εκείνη είχε ακουμπήσει στο στήθος του…
-Το κορίτσι σου μοιάζει?
-Άννα τη λένε.. και λένε ότι μου μοιάζει…
-Πανέμορφη θα είναι…

Έσκυψε και τη φίλησε…
Ο έρωτας και ο θάνατος… Οι όροι στο παιχνίδι της ζωής… Η ηδονή και ο πόνος… Οι όροι στο παιχνίδι της μοίρας…
Η λάσπη πήρε τον Ανδρέα μακριά…Δεν άκουγε πια τα ουρλιαχτά της γιαγιάς…
Αγωνιζόταν η Γραμματική να κρατήσει την Άννα κοντά της… Δεν έφτανε ο αγώνας της…ούτε η δύναμη της… Σαν να είχε χέρια ο χείμαρρος και τραβούσε και το κορίτσι μέσα του… Πνιγόταν στο κλάμα και τη λάσπη και προσπαθούσε να αγκαλιάσει τη γριά γυναίκα σφιχτά…αλλά το νερό και το χώμα έμπαιναν στα σωθικά της… Οι λέξεις δεν έβγαιναν και τα μάτια της ανοιχτά κοιτούσαν κατάματα τη γιαγιά… Από το στόμα της έβγαινε λάσπη που είχε τη γεύση του θανάτου…
-Μαμά, φώναξε για μια στιγμή και έκλεισε τα μάτια…τα λασπωμένα…

Έκλεισε τα μάτια της… Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά…
-Κοιμήσου… και να ξέρεις ότι δεν πρέπει να φοβάσαι τίποτα πια…
-θα φύγω…
-…το ξέρω… πάντα το ήξερα …θα ερχόσουν κάποια στιγμή και μετά θα σε έχανα για πάντα.. Το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ…από εκείνο το βράδυ… θα ΄θελα όμως να μπορούσα να σου τάξω και μια και δυο ζωές… δικές σου όλες… δεν έχει όμως ευτυχία στη ζωή να μην τελειώνει.. άλλες γρήγορα άλλες αργά…
-…ήταν γραμμένο να είναι λίγο…
-και μεγάλο Μυρτώ…άκου με… θέλω να σου πω σε μια στιγμή όσα θα σου έλεγα σε μια ζωή… …να σου ορκιστώ και να παλέψω για σένα… να πεθάνω μαζί σου Μυρτώ…αυτό θέλω..
… μόνο κράτησέ με…τώρα… και ύστερα ξέχασέ με…
Γέμισαν δάκρυα τα μάτια της…πήρε το χέρι του και το φίλησε…
Σηκώθηκε και ντύθηκε…
Δεν μίλησαν άλλο… μόνο αντάλλασσαν ματιές βουρκωμένες … Έφυγε τρέχοντας…
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα… Η πόλη κοιμόταν σαν να ΄χε πέσει θανατικό…Ερημιά… στους δρόμους και στη ψυχή της… Γύρισε και κοίταξε πίσω της… Το φως στο παράθυρο του ήταν ανοιχτό… Κοίταξε κάτω…Λάσπη.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ