Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΠΕΛΑΓΗ 4







4
Η μουσική έπαιζε δυνατά…Ο κόσμος που βρισκόταν στην τεράστια αίθουσα φαινόταν περισσότερος στους δυο τεράστιους καθρέφτες με τις βαριές γύψινες κορνίζες! Ένας δεξιά και ένας αριστερά, απέναντι και το Μεγάλο καφενείο φαινόταν ακόμη μεγαλύτερο!
Μόνο στη χρήση θύμιζε καφενείο!
Ακριβή διακόσμηση και γλυπτά στο ψηλό ταβάνι απ’ όπου κρεμόντουσαν δυό τεράστιοι πολυέλαιοι έκαναν το χώρο να μοιάζει με αίθουσα πολυτελούς εστιατορίου !
Στη μέση βρισκόταν η ορχήστρα! Πάνω από δέκα άτομα , ντυμένοι όλοι με τα ίδια κοκκινόμαυρα ρούχα σαν στολές φιλαρμονικής!
Οι σερβιτόροι πήγαιναν και ερχόντουσαν με δίσκους στα χέρια ενώ οι διοργανωτές της χοροεσπερίδας κοιτούσαν δεξιά και αριστερά, μετρούσαν κεφάλια και υπολόγιζαν έσοδα!
Όλοι ντυμένοι με τα καλύτερά τους διάλεγαν τραπέζια και αντάλλασσαν χαιρετισμούς και χαμόγελα!
Μπροστά μπροστά στεκόταν η παρέα του λιμενάρχη! Όλοι με στολές , ομοιόμορφα ντυμένοι!
Μαζί τους η κ Λιμενάρχου , η κόρη της και δυο τρεις άλλες κυρίες!
Στο ίδιο τραπέζι ο διοικητής της χωροφυλακής , οικογενειακώς με 5-6 ένστολα όργανα!
Ο Μάρκος κουβέντιαζε συνεχώς και ψιθυριστά με τον Φίλιππο ενώ οι κυρίες του τραπεζιού γελούσαν δυνατά και σχολίαζαν τις άλλες κυρίες που κατέφθαναν στην αίθουσα …
Το βλέμμα του έπεσε στην είσοδο και έμεινε εκεί…Πάνω της! Δεν το πίστευε, δεν το περίμενε!
Ο Φίλιππος μιλούσε μόνος του πια, οι φωνές και ο θόρυβος έσβησαν και η μουσική έπαιζε μόνο για αυτόν.
Στεκόταν αμήχανη πίσω από τη Ματούλα που την τράβηξε σιγά από το χέρι !
-Σου μιλάω ρε…που κοιτάς?
-…εκεί που πρέπει!
-ποια είναι αυτή?
-αυτή που πρέπει…
-τι έγινε ρε? Έχασα κάτι?
-….εσύ όχι…εγώ ναι!
-τη ξέρεις?
-θα τη μάθω…
-….δεν καταλαβαίνω!
-…στην υγειά σου φίλε!…και σήκωσε το ποτήρι με το κρασί, χαμογελώντας…

Και αυτή τη φορά δεν τον είδε! Προχώρησαν και κάθισαν σε ένα τραπέζι πίσω…Η Ματούλα γελούσε συνέχεια και χαιρετούσε τους πάντες! Ο άντρας της , δάσκαλος, έπιασε όρθιος κουβέντα με κάτι συναδέλφους του και αυτή κοίταζε γύρω της χωρίς να μιλάει!
Ένοιωθε όμορφα και φαινόταν στο πρόσωπό της που έλαμπε…λες και χρόνια είχε να νοιώσει έτσι…
-Ματούλα…σε ευχαριστώ που με κάλεσες…το είχα ανάγκη!
-Να την ακούς τη Ματούλα…και της έσφιξε το χέρι!
Η παρέα είχε μεγαλώσει…Ο δάσκαλος είχε καλέσει δύο συναδέλφους του με τις γυναίκες τους και η κουβέντα είχε ανάψει..
Ο χορός είχε ανάψει…
Εκείνη μιλούσε συνεχώς με τη Ματούλα που δεν έχανε ευκαιρία να πειράζει τους πάντες και να γελάει δυνατά!!!
Την ένοιωσε δικό της άνθρωπο από τη στιγμή που τη σύστησε στην υπόλοιπη παρέα…
-Η κυρία ?..είχαν ρωτήσει …
- Μυρτώ…Φίλη μου!…είχε απαντήσει η Ματούλα και αμέσως της ψιθύρισε…
-…σιγά μην τους δώσουμε λογαριασμό.. κουτσομπόλες είναι…


Την έχανε από τον κόσμο που περνούσε ανάμεσά τους!
Γύριζε το κεφάλι δεξιά και αριστερά και έψαχνε να τη δει… Έπινε συνεχώς και δεν άκουγε κανέναν…Απαντούσε κουνώντας το κεφάλι και χαμογελώντας!
-θα στραβολαιμιάσεις…του είπε κάποια στιγμή αλλά εκείνος δεν άκουσε! Την είδε που ανέβαινε στη πίστα με τη Ματούλα …
Η ορχήστρα έπαιζε …καλαματιανό και όλοι είχαν γίνει ένας κύκλος …
-Πάμε? Τον ρώτησε ο Φίλιππος..
Χαμογέλασε και σηκώθηκε…
Μπήκε στο κύκλο, δίπλα της…
Της έπιασε το χέρι…Έχασε τα βήματα και τη γη κάτω από τα πόδια της!
Της χαμογέλασε αλλά εκείνη δεν ανταπέδωσε…Απλά τον κοίταξε…και έστριψε το κεφάλι προς τη Ματούλα που τραγουδούσε δυνατά…
Ήθελε να φύγει αλλά …ένοιωθε να της κρατάει το χέρι σφιχτά …μέχρι που πόνεσε!
Το τραγούδι της φαινόταν ατέλειωτο…
Έτρεμε και πάγωνε…
-καλησπέρα σας…της είπε…γέρνοντας το κεφάλι προς την μεριά της…
-καλησπέρα…απάντησε, χαμογέλασε τυπικά και αγκαλιάζοντας τη Ματούλα κατέβηκαν από τη πίστα…Το τραγούδι είχε τελειώσει…
Κάθισε στη θέση της και άναψε ένα τσιγάρο…
-Περνάτε καλά? Τη ρώτησε ο δάσκαλος?
-Μια χαρά..
Κάθισε στη θέση του και άναψε τσιγάρο…
-Της μίλησες, σε είδα…είπε ο Φίλιππος.
-μια καλησπέρα είπα…

Τα φώτα χαμήλωσαν…
Το ακορντεόν της ορχήστρας ακουγόταν μόνο σε …ένα παλιό βαλσάκι…
Ζευγάρια ανέβαιναν στη πίστα…
Ο Μάρκος σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι της…
Τον έβλεπε να πλησιάζει… τρομαγμένη…
Στάθηκε μπροστά της και της πρόβαλλε το χέρι, χωρίς να μιλήσει…
Του έδωσε το δικό της και ήταν σαν να την τράβηξε αλλού…μακριά από όλους…
Σαν ένα φώς να τους σκέπασε από τα μάτια των άλλων …σαν να ήταν μόνο οι δυό τους…
Τα βήματα ήταν αργά και τα πόδια πατούσαν ελαφρά στο πάτωμα . Τύλιξε το χέρι του στη μέση της και η ζωή της στριφογύρισε στο σκοπό του ακορντεόν …Γύριζε.. Γύριζε…Ο κόσμος γύρω της έκανε κύκλους και τα μάτια της βυθίστηκαν στο βλέμμα του…
Δεν ήταν αυτή…Δεν ήταν αυτός…Ήταν δυό άλλοι…Αλλού…Σε άλλο τόπο…Σε άλλο χρόνο…
Ήταν δυό νότες από ένα ακορντεόν που έφευγαν ψηλά ,πάνω από τους ήχους τους γνωστούς…
Πάνω από τα ξένα μάτια και τις ζωές τις κοινές … Δεξιά και αριστερά υπήρχαν οι δυο πολυέλαιοι που άναψαν και πάλι μόνο γι’ αυτούς , για να τυφλώσουν τους ξένους και να σκεπάσουν τη ζωή της με φως… πολύ φως!
Και δυνάμωνε η μουσική…Ένα ακορντεόν , η μεγαλύτερη ορχήστρα …και σκέπαζε φόβους, σκέψεις και χρόνια…



Ξύπνησε στο κρεβάτι της , στο ξενοδοχείο… Η Ματούλα της είχε χτυπήσει τη πόρτα και στεκόταν μπροστά της…
-Είσαι καλύτερα ?
-………., την κοίταξε με απορία…
-…μας φόβισες χθες…Αφού δεν το αντέχεις το ποτό γιατί το πίνεις?
-τι έγινε?
-α.. καλά…σωριάστηκες χάμω μόλις τέλειωσες το χορό… σε μαζεύαμε…
-…σκοτείνιασε το βλέμμα μου! Δεν έβλεπα τίποτα…
Ήθελε να ρωτήσει πολλά.. Να συμπληρώσει τα κενά που είχε στο κεφάλι της…Την πρόλαβε.
-…σε συνεφέραμε και σε φέραμε εδώ…καλά αναστάτωσες όλο το χορό…
-τι ώρα είναι?
-κοντεύει μία, το μεσημέρι…
-να πάω στο λιμεναρχείο…πετάχτηκε πάνω.
-ξάπλωσε …έχει πάει ο άντρας μου…θα γυρίσει σε λίγο…
Κοίταξε το παράθυρο…Δυνατός ο ήλιος έμπαινε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ανάμεσα από τις κουρτίνες, και χτυπούσε στο πρόσωπο της Ματούλας… Τις τράβηξε, κλείνοντας τον ήλιο έξω…
-άφησέ τον να μπει…
Άνοιξε τις κουρτίνες διάπλατα χαμογελώντας…
-χαρά θεού είναι η μέρα σήμερα…
-…θα πάω να περπατήσω …
-πιες τον καφέ σου πρώτα, θα κρυώσει…και πας μετά…
Πήρε τον φλιτζάνι από το κομοδίνο, ήπιε μια γουλιά, είπε “ευχαριστώ” και σήκωσε και με τα δυό της χέρια τα μαλλιά… Κοίταξε το ταβάνι και είδε το βλέμμα…
-μέσα στα μάτια σε κοίταζε ο νεαρός…
Την κοίταξε απότομα…
-ποιος…νεαρός?
-ούτε αυτόν δεν θυμάσαι….που σε πήρε και χορέψατε…
-….
-τρόμαξε ο καημένος μόλις σωριάστηκες…σε άρπαξε στα χέρια…έχασε το χρώμα του…πιο άσπρος κι από σένα έγινε! Δεν τον θυμάσαι?
-…ναι…τον… τον θυμάμαι…
-εμ.. είπα κι εγώ ….. μεταξύ μας, ποια γυναίκα θα τον ξέχναγε…; Γέλασε η Ματούλα δυνατά…
-…θα πάω μια βόλτα…να δω τη πόλη…αν δεν έρθει το πλοίο θα πρέπει να φύγω…
-άντε ετοιμάσου και κατέβα… πάω γιατί έχω αφήσει δουλειές μισές…πεινάς?
-..όχι σε ευχαριστώ, θα κατέβω σε λίγο…
-…πέρασε πάντως πρωί πρωί και ρώτησε τι κάνεις…
-ποιος?
-ο Μάρκος ντε…ήταν και με τη στολή, πήγαινε στο λιμεναρχείο…
Είδε στα μάτια της αυτό που κράταγε κρυφό…Τ’ άκουσε και στη φωνή της…
-..καλοσύνη του…
-…πάω γιατί άργησα.. έλα κάτω…
Ένοιωσε ένα φόβο να σφίγγει τη καρδιά της…Στάθηκε ακίνητη, όρθια μπροστά στο κρεβάτι…
Μούδιασε το σώμα της…Τα λόγια της Ματούλας έκρυβαν υπονοούμενα ή έτσι της φάνηκε…
Ντύθηκε και κατέβηκε…


Τους έβαλε τα πιάτα στο τραπέζι και έκοψε ψωμί..
-Να το φάτε όλο…Θα πάω να πάρω τηλέφωνο, να μάθω για τον πατέρα σας και να δω τι κάνει η μάνα σας… Να διαβάσετε μετά…όχι όλο παιχνίδι…
Βγήκε στο δρόμο…ρίχνοντας ένα μαντήλι στο κεφάλι…Δυο δρόμους πιο κάτω ήταν το μπακάλικο…Εκεί ήταν το τηλέφωνο που εξυπηρετούσε όλη τη γειτονιά…
-Γεια σου Γιάννη…
-καλώς τη Γραμματική…
-να πάρουμε να μάθουμε αν ήρθε ο γιος μου στη Πύλο…
-έρχεται ο Μιχαλάκης?
-..εδώ όχι…που… κει κάτω θα φτάσει το καράβι…έχει πάει και η νύφη μου…
Σκούπισε τα χέρια του και πήγε στο τηλέφωνο…
-Με το καλό…Το λιμεναρχείο Πύλου να ζητήσω?
-εσύ ξέρεις…ρώτα αν ήρθε το «Αφροδίτη»…Το δύο…Αφροδίτη δύο, το λένε…
-…κάτσε να μας συνδέσουν πρώτα…
-εσύ ξέρεις…
-ναι…Τάκη! Ο Γιάννης από το κάστρο είμαι…Με συνδέεις με το λιμεναρχείο Πύλου…
…όχι το δικό μας ρε…της Πύλου…της Πύλου…
Στεκόταν δίπλα του και περίμενε όλο αγωνία…Στο στόμα τον κοίταζε…
-….ναι…ναι!!
-Ήρθε?
-Περίμενε ντε…δεν μίλησα ακόμη…ναι…από Χίο καλώ…έχει έρθει η Αφροδίτη, το καράβι?
-Δύο…πέστου…Αφροδίτη δύο! Του καπετάνιου του Μαρή... να καταλάβει…
-Δύο…Αφροδίτη δύο…μη μιλάς δεν ακούω…
-α μάλιστα…μάλιστα…καθόλου? Ευχαριστούμε…Ευχαριστούμε…
-τι έγινε Γιάννη?
-δεν ήρθε…και δεν θα πάει καθόλου…είχε άσχημο καιρό και άλλαξε ρότα …
-….άδικα πήγε η ευλογημένη? Τόσο ταξίδι…στην άλλη άκρη της Ελλάδας…
-…συμβαίνουν αυτά Γραμματική…σημασία έχει να είναι γερός…
-την ευχή μου να έχει…
-μην ανησυχείς…
-…μια κουβέντα είναι…νάσαι καλά…τι χρωστάω?


Συνάντησε το δάσκαλο δυό στενά πιο κάτω…Της είπε τα νέα…
-Σας ευχαριστώ…
-κρίμα βρε κορίτσι μου…άδικος τέτοιος κόπος…
-..συμβαίνουν αυτά δάσκαλε…
-μόνο που δεν είδες τον άντρα σου…
-μόνο που δεν τον είδα…
-είδες τη πόλη μας πάντως και τώρα αν ξανάρθεις θα έχεις και μας…
-αν ξανάρθω…να έρθετε εσείς , όποτε θέλετε στη Χίο…το καλοκαίρι που δεν έχει σχολεία…
-…έχει όμως τουρίστες και το ξενοδοχείο τότε δουλεύει…που πας τώρα?
-θα κάνω μία βόλτα στη παραλία…ότι προλάβω να δω, γιατί θα πρέπει να ετοιμάζομαι…
Χαμογέλασαν και προχώρησαν το δρόμο τους..
Περπάτησε μόνη…
Τον είδε να βγαίνει από μια βάρκα του λιμενικού, στη βασιλική σκάλα, ανάμεσα στους φοίνικες…
Φορούσε τη στολή του και μίλαγε σε κάτι ναύτες αυστηρά…
Στάθηκε ακίνητη λίγα μέτρα πιο πέρα…
Έβγαλε το καπέλο και τη πλησίασε…με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της…
-Φεύγω…
-Το έμαθες…
-….
-καλά, μπορείς να μείνεις δυο… τρεις…μία μέρα…
-δεν έχω λόγο…
-…εσύ ξέρεις…
Τον κοίταζε και ένοιωθε να τον ήξερε από πάντα… Σαν ο χθεσινός χορός να είχε κρατήσει μια ζωή…
-μη θυμώνεις… δεν έχεις λόγο…
-ούτε εσύ…ούτε εσύ είχες λόγω να μου δώσεις αναφορά… ας έφευγες έτσι… ένας χορός ήταν μόνο!
-Αντίο…
Το χέρι της έμεινε μόνο να περιμένει το δικό του…
Φόρεσε το καπέλο και έφυγε…
Έμεινε εκεί…δίπλα στη θάλασσα… Έσφιξε τα δόντια, αλλά η φωνή βγήκε μόνη της…
-Με λένε Μυρτώ… Μυρτώ…φώναξε δυνατά και οι ναύτες από μια διπλανή βάρκα τη κοίταξαν…
Τα πόδια του καρφώθηκαν… Γύρισε και τη κοίταξε…
Έτρεξε κοντά του…
-γιατί δεν καταλαβαίνεις?
-αυτά που καταλαβαίνω με θυμώνουν…
-δεν μπορούμε Μάρκο…
-εσύ το λες…
-και εσύ το ξέρεις… δεν μπορούμε…
-θέλουμε όμως…
-τι σημασία έχει?
-…μια μέρα σου ζήτησα…μια μέρα!
-…σου φτάνει?
-…και μου περισσεύει..
-..εκεί διαφέρουμε…εμένα δεν μου φτάνει…
-ξέρεις τι λες?
-ξέρω τι θέλω και τι μπορώ…
-μπορούμε…
Δεν μίλησε άλλο…Τον κοίταξε μόνο μια φορά και έκανε ένα βήμα πίσω…
-…μη κάνεις πίσω…κάνε μόνο αυτό που θέλεις
-έχω δύο παιδιά…
-κάνε αυτό που θέλεις…
-φοβάμαι…
-ποιους? Τι?
-εμένα…
-τον κόσμο φοβάσαι…
-και εμένα…
-…μείνε εδώ…θέλω να σου δείξω κάτι…
-….
Έφυγε τρέχοντας προς το λιμεναρχείο…
-περίμενε…, της φώναξε.
Στάθηκε εκεί…
-που πας…?
-θα δεις…ένα λεπτό…
Γύρισε προς τη θάλασσα και άφησε τη ματιά της να φτάσει μακριά…έως τα απέναντι βουνά…
Εκείνος ήρθε γρήγορα με τη μηχανή του…
-Ανέβα…
-που θα πάμε?
-θα δεις…
-πες μου…
-θα δεις κορίτσι μου…
-κορίτσι…εγώ?
-ναι κορίτσι…μου.. ανέβα σου λέω…
Κάθισε στη μηχανή δειλά αλλά χαμογελώντας…Είχε τα πόδια της στη μια πλευρά..
-τι είναι αυτό? Η μηχανή δεν είναι γάιδαρος… Κάθισε κανονικά και πιάσε με από τη μέση…
-πως?
-πάνω στη σέλα κορίτσι μου…κανονικά…και βάλε τα πόδια σου εδώ…
Τον έπιασε από τη μέση και έφυγαν… Έτρεχαν μες στα στενά και εκείνη κρατιόταν καλά πάνω του και έκρυβε το πρόσωπό της στην πλάτη του.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ